„τούνελ“: ουδέτερο τούνελ [ˈtunel]ουδέτερο | Neutrum, sächlich n Vue d'ensemble de toutes les traductions (Pour plus d'informations, cliquez sur/touchez la traduction) Tunnel Tunnelαρσενικό | Maskulinum, männlich m τούνελ τούνελ exemples τούνελ διαφυγής Fluchttunnelαρσενικό | Maskulinum, männlich m τούνελ διαφυγής