„νικητής“: αρσενικό νικητής [nikjiˈtis]αρσενικό | Maskulinum, männlich m Vue d'ensemble de toutes les traductions (Pour plus d'informations, cliquez sur/touchez la traduction) Sieger, Gewinner Siegerαρσενικό | Maskulinum, männlich m νικητής Gewinnerαρσενικό | Maskulinum, männlich m νικητής νικητής exemples βγαίνω νικητής Sieger werden βγαίνω νικητής νικητής αργυρού μεταλλίου Silbermedaillengewinnerαρσενικό | Maskulinum, männlich m νικητής αργυρού μεταλλίου νικητής στους πόντους Punktsiegerαρσενικό | Maskulinum, männlich m νικητής στους πόντους νικητής του γκρουπ Gruppensiegerαρσενικό | Maskulinum, männlich m νικητής του γκρουπ νικητής χρυσού μεταλλίου Goldmedaillengewinnerαρσενικό | Maskulinum, männlich m νικητής χρυσού μεταλλίου masquer les exemplesmontrer plus d’exemples