κύκλωμα
[ˈkjikloma]ουδέτερο | Neutrum, sächlich nVue d'ensemble de toutes les traductions
(Pour plus d'informations, cliquez sur/touchez la traduction)
- Stromkreisαρσενικό | Maskulinum, männlich mκύκλωμα ηλεκτρολογία | Elektrizität, ElektrotechnikηλεκτρSchaltkreisαρσενικό | Maskulinum, männlich mκύκλωμα ηλεκτρολογία | Elektrizität, Elektrotechnikηλεκτρκύκλωμα ηλεκτρολογία | Elektrizität, Elektrotechnikηλεκτρ
- Szeneθηλυκό | Femininum, weiblich fκύκλωμα δίκτυοMilieuουδέτερο | Neutrum, sächlich nκύκλωμα δίκτυοκύκλωμα δίκτυο