„κίτρινος“ κίτρινος [ˈkjitrinos], κίτρινη, κίτρινοεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj Vue d'ensemble de toutes les traductions (Pour plus d'informations, cliquez sur/touchez la traduction) gelb, bleich, blass gelb κίτρινος κίτρινος bleich, blass κίτρινος ωχρός κίτρινος ωχρός exemples κίτρινη πεταλούδαθηλυκό | Femininum, weiblich f Zitronenfalterαρσενικό | Maskulinum, männlich m κίτρινη πεταλούδαθηλυκό | Femininum, weiblich f κίτρινο νούφαροουδέτερο | Neutrum, sächlich n Teichroseθηλυκό | Femininum, weiblich f κίτρινο νούφαροουδέτερο | Neutrum, sächlich n κίτρινο φίλτροουδέτερο | Neutrum, sächlich n φωτογραφία | Fotografieφωτο Gelbfilterαρσενικό | Maskulinum, männlich m κίτρινο φίλτροουδέτερο | Neutrum, sächlich n φωτογραφία | Fotografieφωτο κίτρινος πυρετόςαρσενικό | Maskulinum, männlich m Gelbfieberουδέτερο | Neutrum, sächlich n κίτρινος πυρετόςαρσενικό | Maskulinum, männlich m masquer les exemplesmontrer plus d’exemples