„ανταλλαγή“: θηλυκό ανταλλαγή [andalaˈji]θηλυκό | Femininum, weiblich f Vue d'ensemble de toutes les traductions (Pour plus d'informations, cliquez sur/touchez la traduction) Tausch (Aus-, Um-)Tauschαρσενικό | Maskulinum, männlich m ανταλλαγή ανταλλαγή exemples ανταλλαγή απόψεων Meinungsaustauschαρσενικό | Maskulinum, männlich m ανταλλαγή απόψεων ανταλλαγή βλεμμάτων Blickwechselαρσενικό | Maskulinum, männlich m ανταλλαγή βλεμμάτων ανταλλαγή δεδομένων Datenaustauschαρσενικό | Maskulinum, männlich m ανταλλαγή δεδομένων ανταλλαγή εμπειριών Erfahrungsaustauschαρσενικό | Maskulinum, männlich m ανταλλαγή εμπειριών ανταλλαγή ιδεών Ideenaustauschαρσενικό | Maskulinum, männlich m ανταλλαγή ιδεών ανταλλαγή κρατουμένων Gefangenenaustauschαρσενικό | Maskulinum, männlich m ανταλλαγή κρατουμένων ανταλλαγή κτυπημάτων αθλητισμός | Sportαθλ στρατιωτικός όρος | Militär, militärischστρατ Schlagabtauschαρσενικό | Maskulinum, männlich m ανταλλαγή κτυπημάτων αθλητισμός | Sportαθλ στρατιωτικός όρος | Militär, militärischστρατ ανταλλαγή πληροφοριών Informationsaustauschαρσενικό | Maskulinum, männlich m ανταλλαγή πληροφοριών ανταλλαγή πυροβολισμών Schusswechselαρσενικό | Maskulinum, männlich m ανταλλαγή πυροβολισμών masquer les exemplesmontrer plus d’exemples